Echo & the Bannymen – Bedbugs & Ballyhoo.. αποδομώντας τον Manzarek

Την περασμένη Δευτέρα πέθανε ο Ray Manzarek, ο κιμπορντίστας των Doors.

Συμπτωματικά μία μέρα πριν, είχα την κλασσική συζήτηση για το αν θα ήταν τίποτα σημαντικό στη μουσική οι υπόλοιποι του συγκροτήματος χωρίς τον Jim Morrison.

Το τελευταίο διάστημα έχω καταλήξει πως το μόνο που έκανε,  ο Ray, ήταν να «ντύνει» μουσικά τις περφόρμανς του Jim… και μάλιστα μέτρια και φτηνιάρικα.

Ο ήχος των Doors παραήταν πρωτόλειος. Κι αν στην αρχή τα πάντα καλύπτονταν από ένα δήθεν αυτοσχεδιασμό και μια «αφηρημένη» σύνθεση, στη συνέχεια που ακούμπησαν περισσότερο στο μπλουζ, τα πάντα εκτέθηκαν στο ψυχρό φως. Ο Morrison έφυγε πολύ γρήγορα για αποκοπεί… ή να παρασυρθεί στη μετριότητα.

Στην συνέχεια ο Manzarek πούλησε τη σημαντική κληρονομιά σε κάκιστες συνεργασίες. Η διασκευή της Carmina Burana με παραγωγή Philip Glass, είναι ιστορικό μνημείο χοντροκοπιάς.

Για χάρη του Morrison, ας ακούσουμε σήμερα μια συνεισφορά του Manzarek στους  Echo & the Bannymen στα 1987, στην επόμενη συλλογή τους μετά την επιτυχία τους στο Killing Moon.

Μαζί με τον Manzarek παρουσιάσανε το Bedbugs & Ballyhoo.

Μόνο που αργότερα έγινε γνωστή η αρχική του εκδοχή στα 1985… αυτή χωρίς τον Ray. Η μέρα με τη νύχτα… Τα κιμπορντς του Μαντζαρεκ είναι άσχετα και μετατρέπουν ένα καλό κομμάτι σε απίστευτη σούπα.

Τυχεροί που είναι κάποιοι άνθρωποι… Βρίσκονται τη σωστή στιγμή με το σωστό άνθρωπο…

Είναι κι αυτό μια «τέχνη», πάντως, να εκμεταλλεύεσαι αυτές τις ευκαιρίες…

Με τον Manzarek..

κι από κάτω η αρχική χωρίς αυτόν…

Ποια σας κάνει καλύτερα;

Advertisements

Αφιέρωμα: Τραγούδια σε Ταινίες… Jim Morrison – The End και Apocalypse Now

Εδώ συναντιούνται τέσσερα μεγαλοφυή καλλιτεχνικά σχέδια… Η ποιητική και μουσική σύνθεση The End του Jim Morrison, το σκηνοθετικό όραμα του Coppola στο Apocalypse Now, η μοναδική ερμηνεία του Marlon Brando και η μοναδική συγγραφή της «Καρδιάς του Σκότους» από τον Τζόζεφ Κόνραντ  έναν αιώνα πίσω.

Το θέμα τους ΔΕΝ είναι ο πόλεμος… ούτε το The End μιλάει γι` αυτόν, ούτε το βιβλίο. Ακόμα και η ταινία χρησιμοποιεί τον πόλεμο στο Βιετναμ σαν καμβά που αποκαλύπτεται η δυτική, εξευγενισμένη μας υποκρισία.

Δημιουργούμε ένα κόσμο-θύλακα που παριστάνουμε πως η ζούγκλα είναι «αλλού»… σε «άλλους». Βρίζουμε Αφγανούς, Αφρικανούς, Αλβανούς, αλλά «αναγκαστικά»… κάποιοι «άλλοι».. κάποιο μακρινό ΝΑΤΟ, κάποια μακρινή ελληνική φρεγάτα στη Σομαλία κάνει τη βρώμικη δουλειά.

Ξεχνάμε πως τα καρπούζια που τρώμε, οι οικοδομές που κατοικούμε, είναι φτιαγμένα από το αίμα άλλων.

«Εκπαιδεύουμε νέους να ρίχνουν φωτιά σε ανθρώπους αλλά οι διοικητές τους δεν τους αφήνουν να γράψουν «Γαμιέστε» στ’ αεροπλάνα τους επειδή είναι άσεμνο.» αναφέρεται στην ταινία.

Δεν έχουμε πρόβλημα με τα «σφαγεία».. . φτάνει να είναι μακριά από τα μάτια μας και να «σφάζονται» εξευγενισμένα.. με ευρωπαϊκές προδιαγραφές.

Το βιβλίο αναφέρεται σε ένα αποικιοκρατικό εμπορευματικό σταθμό μιας Δυτικής χώρας στην Αφρική. Όσο πιο «βαθειά» στο ποτάμι μπαίνει ο επισκέπτης, τόσο πιο πολύ ξεδιαλύνεται, αποκαλύπτεται η γυμνή αλήθεια στα μάτια του. Τα άλλοθι εγκαταλείπονται, οι δικαιολογίες περισσεύουν, η μάχη επιβίωσης φτάνει στο πιο καθάριο της σημείο.

Ο Κουρτς είναι ο εμπορικός αντιπρόσωπος που «αποδέχεται» τον «πόλεμο» αλλά όχι τις έλλογες δυτικές αιτιολογήσεις του.  Αυτός που θα επιβιώσει στο τέλος δεν θα είναι ο «τεχνικά» καλύτερος, ούτε ο πολυπληθέστερος.

Θυμάμαι όταν ήμουν με τις Ειδικές Δυνάμεις πήγαμε σ’ έναν καταυλισμό για να εμβολιάσουμε μερικά παιδιά.

Φύγαμε απ’ το στρατόπεδο κι αυτός ο γέρος ήρθε πίσω μας τρέχοντας και κλαίγοντας. Γυρίσαμε πίσω…

Είχαν έρθει εκεί και έκοψαν όλα τα εμβολιασμένα χέρια. Ήταν εκεί… ένας σωρός. Ένας σωρός από παιδικά μπράτσα.

Και, θυμάμαι…

έκλαψα και θρήνησα σαν…σαν κάποια γιαγιά. Και τότε ένιωσα σαν να είχα πυροβοληθεί…σαν να είχα πυροβοληθεί μ’ ένα διαμάντι!

Και σκέφτηκα, Θεέ μου, τη μεγαλοφυία του πράγματος. Τη θέληση για να το κάνουν αυτό…

Τέλειο, γνήσιο, ολοκληρωμένο, κρυστάλινο, αγνό.

Και κατάλαβα ότι αυτοί ήταν πιο δυνατοί από μας. Επειδή το άντεχαν. Δεν ήταν τέρατα. Ήταν άνθρωποι, εκπαιδευμένα στελέχη. Άνθρωποι που πολεμούσαν με την καρδιά τους… που είχαν οικογένειες…που ήταν γεμάτοι αγάπη, αλλά είχαν τη δύναμη να κάνουν αυτό.

Αν είχα δέκα μεραρχίες από τέτοιους ανθρώπους τότε τα βάσανά μας εδώ θα είχαν τελειώσει γρήγορα.

Πρέπει να έχεις άντρες που είναι ηθικοί αλλά ταυτόχρονα να είναι ικανοί  να χρησιμοποιήσουν τα πρωτόγονα ένστικτά τους για να σκοτώνουν

…χωρίς συναίσθημα,

…χωρίς πάθος.

Χωρίς κρίση…

Γιατί η κρίση είναι αυτό που μας νικάει.

Ο Κουρτς σκοτώνεται από τον αντικαταστάτη του.. Σφαγιάζεται σαν μια πανάρχαιη τελετή. Δεν αποκαθιστάται η «τάξη», φυσικά.. το ποτάμι συνεχίζει να ρέει στην ίδια κατεύθυνση όποιον επιβάτη και να έχει.

Το The End λέει στον τελευταίο του στίχο..

The end of laughter and soft lies 
The end of nights we tried to die 

This is the end

Το τέλος του γέλιου και ανώδυνων ψεμάτων

Το τέλος των προσπαθειών μας να πεθάνουμε κάποιο βράδυ.

Αυτό το τέλος…


οι «Αγανακτισμένοι» αμφισβητούν την εξουσία και χρεωκοπούν την παλιά Αριστερά

«Μπορούμε να αναγνωρίσουμε, μόνο αυτά που ήδη ξέρουμε»[1]

Τελικά, τι είναι οι «αγανακτισμένοι» που μαζεύονται στις πλατείες; Μικροαστοί τηλεθεατές του ΣΚΑΙ; Μυστική φάλαγγα ακροδεξιών ομάδων και της ΣΠΙΘΑΣ;  Αυθόρμητο επαναστατικό κίνημα; Λαϊκή εξέγερση; Τρέντιδες που κοπιάρουν τα φάσιον από τη Μαδρίτη; Κουβελικοί ακτιβιστές και ΑΤΕΝΙΣΤΑΣ με σκοπό να «σπείρουν» τις μικροαστικές αυταπάτες μες το κίνημα;

Για άλλη μια φορά οι πολιτικές δυνάμεις αναλώνονται σε fake αντιπαραθέσεις για το «ποιον» των κινητοποιήσεων… Οι μισοί «γλύφουν» τους διαδηλωτές και οι υπόλοιποι τους «καταγγέλλουν».. Μου θυμίζει τις ατέλειωτες συζητήσεις για την «εργατική τάξη» που κάποιοι την ηρωοποιούν σαν τον «περιούσιο λαό», σαν να είναι μια ιδιαίτερη συνομοταξία με αυξημένα πολιτικά και πολιτιστικά κριτήρια, ενώ άλλοι την αντιμετωπίζουν με τον αστικό ελιτισμό τους.. κάτι σαν βάρβαρους υπανθρώπους, άξεστους και αμόρφωτους..

Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως ο «κόσμος», η «τάξη», ο «λαός» ή όπως αλλιώς θέλετε να τον πείτε, συνεχίζει να ΠΡΑΤΤΕΙ, να ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ μέσα από τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Jim Morrison – Unknown Soldier

Wait until the war is over
And we’re both a little older

Η Ιταλία και Γαλλία θυμούνται το ένδοξο πολεμικό παρελθόν τους.

Κάτι από Αλγερίες και Αβησσυνίες

Breakfast where the news is read
Television children fed
Bullet strikes the helmet’s head

Αααα..

Δεν μπορούμε να έχουμε παράπονο.

Δεν περιμένουμε πλέον τους Αμερικάνους όπως στη Σερβία-Κροατία. Η Ευρώπη αποκτά εξωτερική πολιτική.

Ακούστε τα γρυλίσματα από τον ευρωπαϊκό μας πολιτισμό.

Τα σκυλιά πρώτα θα φάνε τους άραβες και μετά τους δικούς μας.

Όλα πάνε όπως πρέπει να πάνε…

Make a grave for the unknown soldier

έλεγε ο Jim Morrison 45 χρόνια πριν.

Εμείς  ας συνεχίσουμε τους στρουθοκαμιλισμούς.

Ο πόλεμος είναι μακριά, έτσι δεν είναι;


ένα ευχαριστώ…

 

Μου αρέσει το γράφημα των στατιστικών του μπλογκ μου.

Το ξέρω πως περιαυτολογώ, αλλά βλέπω μια ασυνήθιστη «υγεία» στους αριθμούς.

Παρ’ όλη την καταθλιπτική σχιζοφρένεια μου, καταφέρνω και διατηρώ ένα χώρο άποψης με στοιχειώδη αξιοπρέπεια και αξιοπιστία.

Αυτό που βγαίνει από τα νούμερα, είναι πως μετά από κάποια αλματώδη άνοδο, ο Gatouleas κερδίζει τους νέους επισκέπτες και σταθεροποιείται σε υψηλότερους μέσους όρους.

Ανάμεσα σε φρικαρίσματα , εντάσεις και αφόρητο πήξιμο χρόνου και διάθεσης, προσπαθώ…

Θέλω να δοκιμάσω και άλλα πράματα γύρω από το μπλογκ. Υπάρχουν ιδέες για ραδιόφωνο, σινεμά, αθλητικά… Θα ‘θελα να βρεθεί ο τρόπος να φτιάξω και πράματα με ανθρώπους που αγαπώ.

Πολλές φορές αισθάνομαι πως έχω χάσει ένα πιο προσωπικό λόγο, μια πιο βαθειά εξομολόγηση για χάρη της «αντικειμενικότητας»… πρέπει να το αλλάξω.

Ελπίζω σε μια χρονιά διαφορετική από τις άλλες.

Μια χρονιά που θα φέρει νέα πρόσωπα και νέες λογικές στο παιχνίδι.

Παραφράζοντας τον Jim Morrison, πιστεύω πως έφτασε η ώρα να μαστιγώσουμε τα μάτια του αλόγου.

Άλλο ένα μικρό ευχολόγιο έφτασε στο τέλος του. Φταίει που μεγαλώνω ακόμα ένα χρόνο…

Ένα ευχαριστώ σε όλους σας και … εδώ θα είμαστε να τα λέμε!

 


you cannot petition the Lord with prayer

Δέκα μέρες μετά το ποστ, είδα αύτη τη φώτο σε κάποιο μπλογκ, που δε θυμάμαι τώρα.

Είναι πάντα εντυπωσιακό, 40 χρόνια μετά, να βρίσκεται σε στόματα και τοίχους… ψυθιριστά… μπερδεμένος ανάμεσα σε σκέψεις και επιθυμίες.

Αλλά πάντα παρών…


The Doors – The Soft Parade

Έχω μια δυσκολία να γράψω ποστ για τους Doors

Αν τους ξέρετε, δεν έχω πολλά να προσθέσω…

Αν όχι, δεν ξέρω από πού να αρχίσω…

Σημασία είναι πως αυτό το συγκρότημα και ειδικά το βασικό μέλος τους, ο Jim Morrison, δεν μπορούν ούτε να καταταχτούν σε κάποια κατηγορία και γι` αυτό και δεν έχουν «συνεχιστές» τους.

Είναι από αυτή τη φάρα καλλιτεχνών που και το σύστημα δυσκολεύεται να τους μετατρέψει σε mainstream, αλλά και η σχηματική αριστερά δεν τους «προτείνει».

Τι να κάνεις ένα τραγούδι που δεν χορεύεται; Μα να μην έχει ένα μότο να γίνει τζιγκλάκι για διαφημιστικό; Μια καλή μπασιά, τέλος πάντων, ένα γερό μπιτ να το πουλήσουμε πακέτο με την αφίσα του Τσε και το μπλουζάκι revolution σε τρία χρώματα;

Από την άλλη πώς να τραγουδάνε οι κομμουνιστές το «Ήρθε το τέλος, φίλε μου» μες το Μάη του `68;

Παρ` όλα αυτά, σαράντα χρόνια τώρα πιτσιρικάδες σε όλο τον κόσμο ανακαλύπτουν ξανά και ξανά χωρίς ραδιόφωνα, χωρίς πάρτι και αφιερώματα  τους Doors.

Ένα συγκρότημα που μέσα σε 4 χρόνια και 6 συλλογές δημιούργησε τη δική του ροκ ιστορία. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »