Gran Torino: το αντίο ενός κόσμου που χάνεται

Είδα χθες το Gran Torino, την τελευταία ταινία του 80χρονου Κλιντ Ίστγουντ.

Το Gran Torino είναι η αποθέωση του ηθοποιού. Μέσα από μια φαινομενικά απλή, σεναριακά, ιδέα, δημιουργείς μια ταινία που η πυκνή παρουσία του «ήρωα» κόβει την ανάσα στο θεατή.. Γιατί το πιο σημαντικό πράγμα στην ταινία είναι ο ίδιος ο Κλιντ Ίστγουντ.

Είχα πολλά χρόνια να δω μια ερμηνεία που να αναβλύζει από μέσα της η ΑΛΗΘΕΙΑ. Όλα τα υποκριτικά εργαλεία του Κλιντ υπηρετούν την κραυγή του. Ο Κοβάλσκι μετατρέπεται σε καθημερινό γείτονα, σε αμερικάνο μεσοαστό, στον παππού που μας λείπει ή στον γερο-γκρινιάρη που σιχαινόμαστε. Μπορείς να αναγνωρίσεις πολλά πράματα μέσα του… τον τιμωρό-σούπερμαν, τον σοφό και εγκρατή γέρο, τον μπάτσο που σιχαίνεσαι. Ο Κλιντ Ίστγουντ μεταμορφώνεται στο Αμερικάνικο Όνειρο… όχι το σημερινό όμως… αυτό που έχει χάσει και αποχωρεί από το προσκήνιο. Θα μπορούσε να είναι ο grantorinoεκπρόσωπος μιας φανταστικής κυβέρνησης που να έβγαινε και να δήλωνε «κύριοι, δυστυχώς, επτωχεύσαμε».

Η υπόθεση είναι απλή … ένας ρατσιστής σε μια συνοικία ασιατών. Όμως ο Κλιντ μέσα από αυτό το έργο βρίσκει την προσωπική του λύτρωση.

Ο Κοβάλσκι, ένας 80χρονος λευκός, μικροαστός με παράσημα από τον πόλεμο της Κορέας το 1951, έχοντας σκοτώσει 13 Κορεάτες κατά τη διάρκεια του πολέμου, κηδεύει τη γυναίκα του. Ο θάνατός της ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου. Χάνεται το κέντρο της ζωής του και αρχίζει να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του.

Η γειτονιά του έχει πλημμυριστεί από μετανάστες. Ασιάτες, μεξικάνοι, μαύροι… Όλοι οι «υπάνθρωποι» του πλανήτη έχουν βαλθεί να μολύνουν το αμερικάνικο όνειρό του. Όμως βρίσκεται αντιμέτωπος και με την υπόλοιπη οικογένεια του. Τα παιδιά του προσπαθούν να τον κλείσουν σε οίκο ευγηρίας για να πάρουν το σπίτι και η «κωλοπαιδαρού» εγγόνα του, με «την τσίχλα στο στόμα, τα i-pod στα αυτιά και το αφαλό έξω σαν πουτανάκι», έχει βάλει στο μάτι το μουράτο αυτοκίνητο του παππού. Στο γκαράζ κοζάρει το Gran Torino του 1972 και ρωτάει τον παππού της «τι θα το κάνει όταν πεθάνει».

Ο Κοβάλσκι στα 80 του δεν καταλαβαίνει τίποτα πλέον. Έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνει τους «ξένους». Σε όλη του τη ζωή αντιμετώπιζε με περιφρόνηση κάθε πολιτιστική διαφορά. Βρίζει την Κορεάτισσα γιαγιά με τις ίδιες βρισιές που χρησιμοποιεί κι εκείνη. Τους προσφωνεί με προσβλητικά παρατσούκλια (ονομάζει τη Για-Αν, Γιαμ-Γιαμ κλπ). Μέχρι τότε κάθε τι που δεν καταλάβαινε το εξολόθρευε. Πίστευε πως «ο σκληρά εργαζόμενος Αμερικάνος θα θριαμβεύσει απέναντι στους άχρηστους ξένους». Πλέον,όμως, δεν κατανοεί ούτε τα παιδιά του.

Αδυνατεί να συνδιαλλαγεί με τη σύγχρονη αμερικάνικη κοινωνία. Αδυνατεί να εξηγήσει πως ο υπερήφανος Αμερικάνος έχει γεννήσει τον αδηφάγο Αμερικάνο, αυτόν που θα τρώει τα έτοιμα και θα πουλήσει τον ίδιο του τον πατέρα και παππού για την καλοπέραση του. Όλοι, κατά τον μισο-Πολωνό και γερο-παράξενο Κοβάλσκι, είναι «loosers».. χαμένα κορμιά…

Ένα τυχαίο συμβάν και μια επίμονη Αμερικανο-Κορεάτισσα γειτόνισσα τον φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό του. Σπάει τα ταμπού… αρχίζει να αναγνωρίζει περισσότερα κοινά πράματα με τη γριά που σκυλοβρίζει καθημερινά παρά με τα παιδιά του. Προσπαθεί να διδάξει σε αυτή την οικογένεια τις αξίες που απέρριψαν οι φυσικοί απόγονοι του. Την πιο κρίσιμη στιγμή του έργου, θα κάνει παύση… Δεν θα εμπιστευτεί τους αυτοματισμούς του. «Είναι στιγμή για σκέψη» λέει στον μικρό Τάο. Συνειδητοποιεί πως δεν ξέρει. Όλα του τα εργαλεία, όλη η 80χρονη πορεία έχει δημιουργήσει ένα κόσμο με χαμένους, κοράκια και θύματα, ανθρώπους που δεν ξέρουν τι είναι ζωή και τι θάνατος.

Στο φινάλε θα επιχειρήσει μία έξοδο για τον ίδιο. Η μοναδική συνεισφορά του, πλέον, είναι η αποχώρηση. Δεν έχει να προτείνει τίποτα. Παραχωρεί τη θέση του στη νέα γενιά, τουλάχιστον σε αυτή που ο ίδιος θεωρεί πως έχει κάποια ελπίδα.

grantorino2

το αντικείμενο του πόθου... οικογένειες και συμμορίες πλακώνονται για το οικειοποιηθούν

Ο Κλιντ Ίστγουντ το έψαχνε αυτό το έργο. Εδώ και 20 χρόνια (από το σκοτεινό «Λευκός Κυνηγός, Μαύρη Ψυχή) ψάχνει να βρει τι πήγε λάθος.  Ως γνήσιος Ρεπουμπλικάνος, υποστηρικτής του Ρόναλντ Ρήγκαν στα ’80ies, δεν «ξεπουλιέται». Δεν γίνεται στα γεράματα Δημοκρατικός. Αλλά θεωρεί τον εαυτό του πολύ μακριά από τη Μπουσική αμερικάνικη κοινωνία. Θεωρεί τον εαυτό του συνυπεύθυνο για την κατάντια αυτή της χώρας, θεωρεί πως τα εργαλεία που χρησιμοποίησε γεννάνε μια κοινωνία καταστροφής και πολέμου και όχι δημιουργίας.

Πραγματικά είμαι πού περίεργος τι άλλο μπορεί να διηγηθεί ο Κλιντ Ίστγουντ σε επόμενη ταινία του. Το Gran Torino είναι η συμπύκνωση μιας ολόκληρης ζωής και μιας κοινωνίας που χάνεται . Έθεσε το πρόβλημα και αποχωρεί αφήνοντας σε όλους εμάς τους «χαραμοφάηδες» να το λύσουμε.

Με αυτή την ταινία σίγουρα κέρδισε μια θέση στο πάνθεον. Όχι σε αυτό των βραβείων, αυτά τα έχει πάρει με άλλα έργα. Ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που δεν εγκλωβίζονται σε μια ανώφελη επίδειξη τεχνικής, αλλά στη γνήσια υποταγή της τεχνικής στην τέχνη. Στην τέχνη που χρησιμεύει στην προσωπική κατάθεση ψυχής του δημιουργού… όσο κόστος και πόνο κι αν φέρνει στον ίδιο το δημιουργό.

Αυτή η δύναμη κάνει το Gran Torino μια σημαντική ταινία.

Advertisements

5 Σχόλια on “Gran Torino: το αντίο ενός κόσμου που χάνεται”

  1. Ο/Η Maria λέει:

    bravo giati olo savoures vlepo teleutaia.

  2. Ο/Η gatouleas λέει:

    να μου πεις πως σου φανηκε…

  3. Ο/Η sikofagos λέει:

    Mια βασική διάσταση του Κοβάλσκι είναι και η υπαρξιακή. Είναι η μια από τις δυο ράγες όπου κινείται η συμπεριφορά του (η δευτερη ειναι τα κοινωνικά δρώμενα). Η ιστορία ξεκινά με ένα θάνατο (την κηδεία της γυναίκας του) και τελειώνει με ένα θάνατο, έχοντας όμως κάνει το ευφυές: να ανοίξει τον κύκλο της ζωής (χωρίς διδακτισμούς και νωθρές ηθικότητες), κλείνοντας εκείνον του θανάτου. Ο Κοβάλσκι βρίσκεται στη δύση του, τόσο κατα τεκμήριο λόγω γήρατος, όσο και λόγω υγείας (κάνει συνεχείς αιμοπτύσεις). Αποξενωμένος και αρνούμενος το δεκανίκι της εκκλησίας ως φυσικου μονοπωλίου του Υπαρξισμού, με το χρόνο του να λήγει, κι έχοντας ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν του (πόλεμος στην Κορέα), αποφασίζει να δράσει δίνοντας διέξοδο εκεί που η ιστορία δείχνει να έχει εξελιχθεί σε ατέρμονη καθοδική σπείρα. Οι γειτονες απαλλάσσονται από το φόβο της βίας.

    Κρίμα όμως που η ταινία αφήνει στο ημίφως μια βαθιά σκιά του Κοβάλσκι, τις τυψεις από την εποχή της Κορέας. Εκεί το ψυχογράφημα του πολωνοαμερικάνου θα βάθαινε περισσότερο και θα αναδείκνυε, νομίζω, καλύτερα τη στάση του.

    Ομορφη και δυνατή ταινία. Μου άρεσε και η ματιά σου.

    • Ο/Η gatouleas λέει:

      Έχω την αίσθηση πως ο Κοβάλσκι-Ίστγουντ δεν έχει πρόβλημα με το επερχόμενο τέλος του. Είναι άνθρωπος που «μπορεί να μην ξέρει τη ζωή, αλλά ξερει πολλά από θάνατο». Μέχρι το τέλος δεν αποζητά ούτε καθησυχασμό ψυχής αλλά ούτε και βοήθεια (από συγγενείς και γείτονες).
      Ακόμα και για τους φόνους στον πόλεμο δεν έχει τύψεις, έτσι όπως μπορεί να το αντιλαμβανόμαστε. Είναι ΑΝΔΡΑΣ με αρχετυπικό τρόπο. Έχει αξίες, στόχους και ένα κληροδότημα για τους απογόνους του. Αυτό δεν αναιρείται ποτέ. Η ενδοσκόπιση συναισθημάτων είναι για «pussyδες», «άχρηστους»… για τους «tod».
      Αυτό που αλλάζει (κι ΙΣΩΣ μετανιωνει), είναι τα ΜΕΣΑ που επιτυγχάνονται οι στόχοι αλλά ΚΥΡΙΩΣ,
      για ποιους πάλεψε στη ζωή του.
      Κι αυτή η «αντρίκια» παραδοχή του Ίστγουντ είναι που μας συγκλονίζει… (και προκαλεί αμηχανία στο Χολλιγουντ).

  4. Ο/Η spizaetos λέει:

    Ήταν πολύ καλή ταινία. Καλύτερη από την σαχλαμάρα που σάρωσε τα όσκαρ…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s