Έχω κατέβει στην αυλή του ξενοδοχείου περιμένοντας την Κριστίν. Το πρόγραμμα περιελάμβανε το κλείσιμο τζιπ για μια εκδρομή στο παραλιακό Κρίμπι και μια βόλτα στην αγορά. Τρώγοντας το πρωινό μια γνώριμη αλλά συνάμα «καινούρια» μυρωδιά μου έσπασε τη μύτη. Ένα πιτσιρίκι ερχόταν να μου πουλήσει μια αρμαθιά μπανάνες και το άρωμα τους με χτύπησε από τα 20 μέτρα. Αγόρασα 10 μπανάνες μόνο με 30 σεντς και θα ‘τανε κοντά 25 πόντους η καθεμιά, με το συμπάθιο. 3 σεντς η μπανάνα! Κοντά δέκα παλιές δραχμούλες. Κι όμως… έφαγα άλλο ένα βρίσιμο από την Κριστίν για το πόσο κορόιδο πιάνε, πόσο πετάω τα λεφτά μου αλόγιστα και σπάταλα. Μετά από δύο τρεις μέρες θα έφτανε να μην αγόραζα τίποτα.
Καθημερινότητα και κόστος ζωής
Ξεκινήσαμε με τα πόδια για το κέντρο. Η κυβέρνηση για λόγους λιτότητας είχε καταργήσει τα λεωφορεία κι έτσι ο ποδαρόδρομος ήταν μια καθημερινή συνήθεια των ντόπιων. Για μεγαλύτερες αποστάσεις μπορούσες να πάρεις ταξί. Εκατοντάδες αυτοκίνητα έτοιμα να διαλυθούν, έπαιζαν το ρόλο μαζικής μεταφοράς. Μόνο σε μένα είχαν κλατάρει δυο τρία. Η χρέωση, πάλι, ήταν ανά χιλιόμετρο και κεφάλι. Αν το έπαιρνες μόνο σου πλήρωνες όλη τη διαδρομή. Με διπλή ή και τριπλή κούρσα τα χρήματα διαιρούνταν αντίστοιχα. Μετά από 3 – 4 μέρες είχα γίνει εξπέρ. Μπορούσα να υπολογίσω με ακρίβεια το ποσό κάθε διαδρομής.
Φυσικά δεν υπήρχε ούτε μια πιθανότητα να νοικιάσω αυτοκίνητο. Πέρα από κινούμενος στόχος, θα υπέγραφα και τη θανατική μου καταδίκη. Στα πλαίσια λιτότητας η κυβέρνηση είχε κλείσει και τα φανάρια. Έτσι η προτεραιότητα σε διασταυρώσεις είχε τον μοναδικό κανόνα: Ποιος θα πάρει πρώτος τη μούρη. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω την πρώτη φορά που το ταξί μου επιχείρησε να μπει σε μια πολυσύχναστη πλατεία. Ήμασταν σε μια πολυσύχναστη λεωφόρο και πάμε σε μια πλατεία (κάτι σαν την Ομόνοια) σε ώρα αιχμής. Έβλεπα τα αυτοκίνητα να μη σταματάνε αλλά κι ο οδηγός μου δεν πήγαινε πίσω. Ήμουνα ο μοναδικός που είχα γουρλώσει τα μάτια και έβλεπα μια σύγκρουση να έρχεται. Κανένας να μην κόβει ταχύτητα. Ε, λοιπόν, με κάποιο μαγικό τρόπο χάρις τα αυξημένα αντανακλαστικά που έχουν εξασκηθεί μετά από εκατοντάδες ώρες αντίστοιχης οδήγησης, το ταξί «παίρνει» τη μούρη από ένα άλλο αυτοκίνητο το οποίο φρενάρει σε απόσταση μισού μέτρου από μας. Και όλα αυτά σε μια κατάσταση απόλυτης βαριεστιμάρας και των δύο οδηγών. Δε σας κρύβω πως μετά από μερικές τέτοιες κούρσες το είχα συνηθίσει.
Πρώτα πήγαμε και αγοράσαμε κάτι ρούχα από τα Afritude, την πιο κυριλέ φίρμα του Καμερούν. Πήρα ένα καταπληκτικό σετάκι μαύρου παντελονιού και σακακιού με μαύρα «νερά» και κιτρινοπορτοκαλί γιακάδες, ένα λευκό γιλεκάκι με κρόσσια και μια μπλούζα μπλε ελεκτρίκ με μπορντό τσέπη. Εκείνη τη στιγμή που φαινόντουσαν αρκετά “mainstream” και συντηρητικά ρούχα. Βέβαια, επιστρέφοντας στην Αθήνα, προκαλούσαν σοκ ακόμα και σε rave ή trip-hop πάρτι. Το κόστος αυτού του πακέτου έφτανε στα 30€. Η Κριστίν επέστρεψε στο ξενοδοχείο γιατί «δεν μπορούσαμε να κυκλοφορούμε με τέτοια περιουσία στα χέρια μας» και με άφησε στο Μοναστηράκι της Γιαουντέ, το τοπικό παζάρι χειροτεχνημάτων.
Εκεί συνάντησα και τα παιδιά από την υπόλοιπη ομάδα. Δεν μπορούσαμε να χαθούμε. Τους εντόπισα στο ένα χιλιόμετρο απόσταση. Είχε απίστευτη πλάκα πως χτυπάει στο μάτι ένας λευκός μέσα σε πλατεία στην Αφρική. Εκεί έφτιαξα το εξυπνακίστικο ρητό «σαν το γάλα μες τη μύγα». Μπαίνοντας στην αγορά, είχα ήδη προετοιμαστεί να πουλήσω ακριβά το τομάρι μου. Δεν θα με ξαναπιάνανε κότσο. Μου είχαν δώσει τη συμβουλή «πολλά παζάρια… θα απορρίπτεις ασυζητητί τις πρώτες προσφορές, να μεταφέρεται από στόμα σε στόμα η τιμή που απέρριψες, ώστε στο τέλος της βόλτας σου να έχεις πιάσει το στόχο». Έτσι είχα εντοπίσει μια απομίμηση κρανίου κροκόδειλου. Μετά από δεκάδες διαφορετικά παζάρια, μου πρότειναν μια τιμή στο ένα δέκατο της αρχικής την οποία την έριξα ακόμα στο μισό. Πανευτυχής που αγόρασα το γλυπτό για 30 σεντς, επέστρεψα στο ξενοδοχείο. Περιττό να σας πω το βρίσιμο που άκουσα για ακόμα μια φορά. Τεσπα…
Το απογευματάκι καθίσαμε με μια παρέα της Κριστίν για ψιλοκουβεντούλα. Είχα δοκιμάσει προηγουμένως να πάρω τηλέφωνο Ελλάδα, αλλά ακόμα και για μένα μου ήταν αδύνατον. Λόγω των προβλημάτων με τους τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους, το κόστος κλήσης στο εξωτερικό ήταν 5€ το λεπτό!! Έτσι έστειλα ένα φαξ, που κόστιζε το ίδιο. Με αυτή την αφορμή ρώτησα την παρέα πως τα βγάζουνε πέρα. Η απάντηση ήταν απλή: «Δεν τα βγάζουμε πέρα». Ο μισθός είναι 30€ το μήνα, όσο το κόστος ενοικίου ενός μικρού διαμερίσματός και δουλεύει ένας στους πέντε, δηλαδή, περίπου, ένας σε κάθε οικογένεια.
Μια κοπέλα από την παρέα, ήτανε κόρη του πρώην ιδιαίτερου του Προέδρου. Μια θέση, δηλαδή, τίγκα στην κομπίνα και στο λάδωμα. Ο ίδιος είχε δεχτεί δυο δολοφονικές επιθέσεις εναντίον του από ανθρώπους που εποφθαλμιούσαν την ίδια θέση. Παραιτήθηκε υπό τον όρο να μην πειραχτεί κανένας από την οικογένεια του, αλλιώς θα ανοιγότανε ένας φάκελος που του είχε καταθέσει στη γερμανική εκκλησία και περιείχε λεπτομέρειες για τον εκβιασμό. Αυτή η οικογένεια, που λέτε, είχε χτίσει μια μικρή περιουσία από μετρητά, σπίτια και εξοχικά. Μέχρι που η κοπέλα της παρέας, η κόρη δηλαδή, βρέθηκε στα 22 της να πρέπει να κάνει εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Μια εγχείρηση που ναι μεν στην Ελλάδα είμαι ακριβή, αλλά πλέον μπορεί να αντιμετωπιστεί από όλο, σχεδόν, το φάσμα των κοινωνικών τάξεων. Η επέμβαση έγινε με ασφάλεια στη Γαλλία και θα κόστισε τρεις χιλιάδες ευρώ. Ξοδεύτηκε ολόκληρη η περιουσία χρόνων υψηλού επιπέδου λαδώματος για μια τυπική εγχείρηση. Είχα ακόμα μια απορία… Αν ήταν ένας απλός εργαζόμενος στη θέση της τι θα έκανε… «Ή θα πέθαινε, ή θα πήγαινε σε ένα λευκό και θα αντάλλασε τη ζωή του με την εφ’ όρου ζωής άμισθη εργασία». Νεκρός ή σκλάβος είναι το μέλλον για αρρώστους.
Φανερές και «υπόγειες» αντιδράσεις
Φυσικά και υπάρχουν αντιδράσεις για αυτή την κατάσταση. Το μίσος απέναντι στους λευκούς δεν μπορεί να εκφραστεί νόμιμα, γιατί η αντιπολίτευση είναι παράνομη. Γίνονται εκλογές κωμωδία απ’ όπου επανεκλέγονται οι ίδιοι και οι ίδιοι. Επειδή και οι απεργίες είναι παράνομες μέσα από επιτάξεις και στρατιωτικούς νόμους η (παράνομη) αντιπολίτευση έχει βρει ένα πλάγιο δρόμο… τις «Νεκρές Πόλεις». Έχοντας τη λαϊκή συμπαράσταση, η αντιπολίτευση κηρύσσει απαγόρευση κυκλοφορίας σε ολόκληρες πόλεις. Όποιος την παραβιάζει θα πυροβολείται από ενόπλους των ανταρτών. Αυτή η κινητοποίηση οργανώνεται με προετοιμασία εβδομάδων ώστε όλα τα σπίτια να έχουν εφόδια, να λειτουργούν μυστικά κέντρα τροφοδοσίες, ώστε να επιτυγχάνεται ο μοναδικός στόχος…. Το σταμάτημα της παραγωγής σε μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Οι «Νεκρές Πόλεις» μπορούσαν να κρατήσουν ακόμα και έξι μήνες.
Προφανώς επειδή προς το παρόν δεν έχει σημειωθεί σημαντική ανατροπή αυτής της μεγάλης εκμετάλλευσης, ένα μόνιμο μίσος επικρατεί απέναντι στους λευκούς και στα τσιράκια τους. Το βλέπεις παντού… Γι’ αυτό οι ντόπιοι λευκοί δε βγαίνουν από τα σπίτια τους. Η παρέα που κουβέντιαζα πάγωσε όταν τους είπα πως ήμουν Έλληνας. Όλοι πίστευαν πως ήμουν αιγύπτιος ή αργεντινός. Ο Μπένγκουλα, μάλιστα, με ονόμασε «Μαραντόνα» ώστε από τότε καθιερώθηκε αυτό σαν ψευδώνυμο μου. Μου είναι αδύνατον να ξεχάσω το τρομαγμένο βλέμμα τους όταν έμαθαν την καταγωγή μου. Μια κοπέλα, αποσβολωμένη είπε : «Αποκλείεται να είσαι Έλληνας, εσύ είσαι καλός άνθρωπος». Μια φράση που από τότε έχει μείνει βαθειά χαραγμένη μέσα μου και θα την αναλύσω σε άλλο κεφάλαιο.
Είχε βραδιάσει πλέον και είπαμε με την Κριστίν να πάμε για ένα ποτό. Παίρνουμε ένα ταξί και κατευθυνόμαστε για την πιο κυριλέ μαύρη ντίσκο. Στο δρόμο πέφτουμε σε μπλόκο των «Κόκκινων Μπερέδων», την Προεδρική φρουρά. Αυτοί έχουν την πιο κακή φήμη, θεωρούνται σκληροί και αδίστακτοι. Σταματάνε το ταξί, χώνουν τα πολυβόλα στο οδηγό και τον τραβάνε έξω. Η Κριστίν μου λέει επιτακτικά: «Βγες ΤΩΡΑ, έξω και πέρνα ανάμεσα τους. Αν κοντοσταθείς, ή αρχίσεις και κοιτάς, τελειώσαμε…». Ήταν από τις πιο πιεστικές καταστάσεις που έχω βρεθεί. Απ’ ότι κατάλαβα εκ των υστέρων, έπρεπε να παίξω το ρόλο του λευκού ηγεμόνα. Ο Λευκός Αφέντης τρόμαζε ακόμα και την Προεδρική Φρουρά.
Αν το χαρτί έπιασε στα μπλόκα, στο κλαμπ τα πράματα ήταν αλλιώτικα. Έτσι κι αλλιώς είχα αποφασίσει πως δεν πρόκειται να καθόμουν να χορεύω επιδεικτικά στο κέντρο της πίστας. Θα ήταν έτσι κι αλλιώς γελοίο σαν θέαμα ένας λευκός να χορεύει ανάμεσα σε 200 μαύρους χορευταράδες. Αλλά είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το χρώμα μου ήταν από μόνο του μια πρόκληση. Κάποια στιγμή έρχεται ένα παλικάρι, παίρνει το ποτό μου από το τραπέζι και αρχίζει να το πίνει μες στη μούρη μου κοιτώντας με στα μάτια. Ούτε αντέδρασα, ούτε πήρα άλλο.
Το επόμενο πρωινό φεύγαμε για το Κρίμπι. Είχα ήδη αρχίσει να αισθάνομαι τα πρώτα «λέπια» να πέφτουν από πάνω μου. Μια νέα πραγματικότητα άνοιγε μπρός στα μάτια μου, τρύπωνε μες στο δέρμα μου. Ακατάληπτοι ήχοι αποκτούσαν νόημα. Η Αφρική των Αισθήσεων ξεδιπλωνότανε και θα προσπαθήσω να σας την περιγράψω στο επόμενο μέρος.








7 σχόλια
Περιμενω με ανυπομονησια!
Ερωτηση, για ποια χρονικη περιοδο μιλαμε? Η κατασταση στο Καμερουν ειναι ιδια?
Το έχω αναφέρει στο “Καμερούν… αντί για εισαγωγή”. Μάρτης 1996. Υπάρχουν κάποιες αλλάγες με τη διόγκωση του ρόλου της Κίνας, αλλά οι συνθήκες των μαύρων και ο ρόλος των λευκών παραμένει πάνω κάτω ο ίδιος. Η δικτατορία είναι η ίδια, ο πρόδρος Μπίγια παραμένει ακόμα στην εξουσία από το 1985 αλλά για την αντιπολίτευση δεν έχω πληροφορίες…
και εγώ σε αναμονή
χμ…. άλλαξες την ταξινόμιση των σχολίων;;
Έτσι…για να σπάμε τη μονοτονία..
Πρώτη φορά εδώ, με τράβηξε αυτό το ταξίδι. Ίσως επειδή κάποτε, συγγενείς μου έμεναν στο Γιαουντέ, αλλά δεν κατάφερα να πάω ποτέ. Νομίζω πρέπει να ξανάρθω και να πάρω την ιστορία απ’ την αρχή.. Καλό βράδυ.
θα χαρώ να σε “παρασύρω” μαζί μου…